αναμασώμαι


αναμασώμαι
αναμασώμαι, αναμασήθηκα, αναμασημένος βλ. πίν. 61

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναμασώ — ( άω) (Α ἀναμασῶμαι) ξαναμασώ, μηρυκάζω νεοελλ. 1. μασώ καλά την τροφή 2. επαναλαμβάνω συνεχώς τα ίδια λόγια, περιττολογώ 3. μιλώ με ασάφεια, με υπεκφυγές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + μασῶ. ΠΑΡ. νεοελλ. αναμάσημα, αναμάσηση, αναμασητής] …   Dictionary of Greek

  • αναμασιέμαι — αναμασιέμαι, αναμασήθηκα, αναμασημένος βλ. πίν. 59 και πρβλ. αναμασώμαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής